Μετάφραση του "yermo" σε Ελληνικά
Οι έρημος, ακαλλιέργητος, ψυχρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yermo" σε Ελληνικά.
yermo
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
έρημος
noun masculineLa tierra despoblada se transforma en un yermo, en cuyas sombrías ruinas solo habitan aves y animales salvajes.
Η εγκαταλειμμένη γη γίνεται έρημος γεμάτη καταθλιπτικά ερείπια όπου κατοικούν μόνο άγρια θηρία και πουλιά.
-
ακαλλιέργητος
adjectiveαυτός που δεν καλλιεργήθηκε ή δεν καλλιεργείται
Su padre debería invertir en unos trozos de tierra yerma también.
Ο πατέρας του θα έπρεπε επίσης να επενδύσει σε μερικά κομμάτια ακαλλιέργητης γης.
-
ψυχρός
adjective masculineλάθος ερμηνεία
-/-
-/-
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " yermo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "yermo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γέρμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη