Μετάφραση του "Sexualitate" σε Ελληνικά

Οι Σεξουαλικότητα, σεξουαλικότητα, γένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sexualitate" σε Ελληνικά.

Sexualitate
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σεξουαλικότητα

    Sexualitatea ugalketa behar ebolutiboa da.

    Έχουν τη σεξουαλικότητα ως ανάγκη αναπαραγωγής για να εξελίσσονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sexualitate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sexualitate noun
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικότητα

    noun feminine

    Gainera, sexualitatea dibertigarria da.

    Έτσι κι αλλιώς, η σεξουαλικότητα είναι ωραία, φίλε.

  • γένος

    noun neuter
  • φυλετικότητα

    noun
  • φύλο

    noun neuter

Φράσεις παρόμοιες με "Sexualitate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sexualitate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη