Μετάφραση του "sexual" σε Ελληνικά

Οι σεξουαλικός, γεννητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sexual" σε Ελληνικά.

sexual
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικός

    adjective

    Askok, "orientazio sexual" entzutean gay, lesbiana edo bisexual ulertzen dute.

    Πολλοί, όταν ακούν τη φράση «σεξουαλικός προσανατολισμός» νομίζουν ότι σημαίνει γκέι, λεσβία, αμφιφυλόφιλος.

  • γεννητικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sexual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sexual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sexual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη