Μετάφραση του "ahoko" σε Ελληνικά
Οι μαρκούτσι ναργιλέ, πίπα, στόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ahoko" σε Ελληνικά.
ahoko
-
μαρκούτσι ναργιλέ
noun -
πίπα
noun feminine -
στόμιο
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στόμιο μουσικού οργάνου
- σωλήνας τσιμπουκιού
- χαλινάρι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ahoko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ahoko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γκέμι · ηνίο · χαλινάρι
-
Στόμα · αγωγός · γεύση · γλώσσα · κόψη · κόψη μαχαιριού · λόγος · ομιλία · στόμα · στόμιο
-
υποστόμιο
-
ουρανίσκος
-
Στοματικό σεξ
-
ακουστική επικοινωνία
-
θροΐζω · ψιθυρίζω
-
φυσαρμόνικα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη