Μετάφραση του "apal" σε Ελληνικά
Οι ράφι, κοινός, πάγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apal" σε Ελληνικά.
apal
-
ράφι
noun neuterBizi guztia denda bateko apalean igarotzea ikusten beste jostailuak saltzen.
Πέρασα μια ζωή στο ράφι ενός μαγαζιού κι έβλεπα τ'άλλα παιχνίδια να πουλιούνται.
-
κοινός
adjective masculine -
πάγκος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνηθισμένος
- ταπεινόφρων
- χαμηλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " apal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "apal"
Φράσεις παρόμοιες με "apal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ταπείνωση
-
στασιμότητα
-
εξευτελίζω
-
πρέκι
-
ταπεινότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη