Μετάφραση του "apalkuntza" σε Ελληνικά

Το ταπείνωση είναι η μετάφραση του "apalkuntza" σε Ελληνικά.

apalkuntza
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταπείνωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apalkuntza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apalkuntza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στασιμότητα
  • εξευτελίζω
  • κοινός · πάγκος · ράφι · συνηθισμένος · ταπεινόφρων · χαμηλός
  • πρέκι
  • ταπεινότητα
  • κοινός · πάγκος · ράφι · συνηθισμένος · ταπεινόφρων · χαμηλός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apalkuntza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη