Μετάφραση του "eskirol" σε Ελληνικά

Το απεργοσπάστης είναι η μετάφραση του "eskirol" σε Ελληνικά.

eskirol
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεργοσπάστης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eskirol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eskirol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη