Μετάφραση του "greko" σε Ελληνικά
Οι Έλληνας, ελληνικά, ελληνικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "greko" σε Ελληνικά.
greko
Adjective
Noun
γραμματική
-
Έλληνας
noun masculine -
ελληνικά
proper neuterGogoratu Biblia, bere jatorrian, hebreeraz eta grekoz idatzi zutela.
Ίσως θυμάστε ότι η Γραφή αρχικά γράφτηκε κυρίως στην εβραϊκή και στην ελληνική.
-
ελληνικός
adjective masculineEguraldi greko eroa hau.
Είναι απλά ένας ελληνικός παλιόκαιρος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ελληνίδα
- Ἕλλην
- Ελληνικά
- Ελληνική γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " greko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "greko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χορός
-
Υγρό πυρ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη