Μετάφραση του "gremio" σε Ελληνικά

Οι εργάτες, συντεχνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gremio" σε Ελληνικά.

gremio
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργάτες

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gremio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gremio
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντεχνία

    συνεργατικός και συνεταιρικός θεσμός μεταξύ τεχνιτών ή εμπόρων που ασκούν έλεγχο στην τέχνη τους σε μια πόλη

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gremio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη