Μετάφραση του "ikara" σε Ελληνικά

Οι φόβος, τρόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ikara" σε Ελληνικά.

ikara
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • φόβος

    noun masculine
  • τρόμος

    noun masculine

    Berehala, drogak eragingo dio heriotzaren antzeko paralisi bat ikarazko eta ezintasunezko sentipen handi batekin batera.

    Σε λίγο ο ορρός θα του προκαλέσει παράλυση και αισθήματα τρόμου και απόγνωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ikara " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ikara" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ikara" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη