Μετάφραση του "inbertitzaile" σε Ελληνικά

Το επενδυτής είναι η μετάφραση του "inbertitzaile" σε Ελληνικά.

inbertitzaile
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • επενδυτής

    noun masculine

    Ofizialki inbertitzaile oso aberatsa da.

    Ένας ευκατάστατος επενδυτής με μια περιουσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inbertitzaile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inbertitzaile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inbertitzaile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη