Μετάφραση του "inbertsio" σε Ελληνικά
Οι επένδυση, Επένδυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inbertsio" σε Ελληνικά.
inbertsio
-
επένδυση
noun feminineGarapen bidean dauden herrialdeetan, diruak, gobernuak egiten duen inbertsioak gatazka eragiten du.
Στις αναπτυσσόμενες πόλεις του κόσμου υπάρχει μία εσωτερική διαμάχη όσον αφορά τα χρήματα και τη δημόσια επένδυση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inbertsio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Inbertsio
-
Επένδυση
Inbertsioak nahi duzun balio bat manten dezan behar diren periodo kopurua
Επιστρέφει τον αριθμό των περιόδων που απαιτούνται για μια επένδυση για να επιτύχει την επιθυμητή αξία
Φράσεις παρόμοιες με "inbertsio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επενδυτής
-
επένδυση για τον έλεγχο της ρύπανσης
-
περιβαλλοντική επένδυση
-
περιβαλλοντική επένδυση
-
επένδυση για τον έλεγχο της ρύπανσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη