Μετάφραση του "langile" σε Ελληνικά

Οι εργάτης, εργαζόμενος, προσωπικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "langile" σε Ελληνικά.

langile
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργάτης

    noun masculine

    Ez naiz etorri zure morroi gisa lan egitera, aita!

    Δεν ήρθε για να δουλέψει για σένα πατέρα, σαν εργάτης.

  • εργαζόμενος

    noun masculine

    Adibidez, langile bat bezero batekin hitz egiten badago edo lanpetuta badabil, itxaron ezazu libre egon arte.

    Παραδείγματος χάρη, αν ο εργαζόμενος εξυπηρετεί κάποιον πελάτη ή είναι απασχολημένος, περιμένετε μέχρι να τελειώσει προτού τον πλησιάσετε.

  • προσωπικό

    noun neuter

    Gonbidatuak eta zenbait langile atzo joan ziren, baina azken eguna beti izaten da zoramena.

    Οι πελάτες και ορισμένοι από το προσωπικό έφυγαν χθες. Αλλά η τελευταία μέρα είναι πάντα πυρετώδης.

  • χειριστής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " langile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Langile
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργάτης

    noun

    Langile batek 15 minututan irabazi zitzakeen bi lepton.

    Ο εργάτης κέρδιζε δύο λεπτά μόλις μέσα σε ένα τέταρτο.

Φράσεις παρόμοιες με "langile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "langile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη