Μετάφραση του "lasterkari" σε Ελληνικά

Το δρομέας είναι η μετάφραση του "lasterkari" σε Ελληνικά.

lasterkari
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομέας

    noun masculine

    Eric Liddell gizon ona da, eta lasterkari bizkorra.

    Ο Έρικ Λίντελ είναι σπουδαίος άνδρας και σπουδαίος δρομέας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lasterkari " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lasterkari" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lasterkari" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη