Μετάφραση του "lasterketa" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, αγώνας ταχύτητας, τρέξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lasterketa" σε Ελληνικά.

lasterketa
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine

    Eta egin dut lasterketa hau.

    Και ο αγώνας συνεχίζει να υπάρχει.

  • αγώνας ταχύτητας

  • τρέξιμο

    δραστηριότητα ή άθλημα όπου κάποιος μετακινείται με τα πόδια να αφήνουν το έδαφος

    Ez duzu uste lanpetuta dabilela, lasterketetan pentsatu behar barik?

    Έχει πολλά να κάνει εκτός απ'το τρέξιμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lasterketa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lasterketa"

Φράσεις παρόμοιες με "lasterketa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lasterketa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη