Μετάφραση του "mendikate" σε Ελληνικά
Οι οροσειρά, αλυσίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mendikate" σε Ελληνικά.
mendikate
-
οροσειρά
noun feminine -
αλυσίδα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mendikate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mendikate"
Φράσεις παρόμοιες με "mendikate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προστασία των ορέων
-
αγροτική περιοχή · βουνό · περίχωρα · όρος
-
Ουράλια · Ουράλια Όρη
-
βουνοπλαγιά
-
Ορεινός όγκος
-
ανάβαση · ορειβασία
-
υψηλό όρος · όρος μεγάλου ύψους
-
Αλπινισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη