Μετάφραση του "sari" σε Ελληνικά

Οι βραβείο, έπαθλο, αμοιβή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sari" σε Ελληνικά.

sari Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • βραβείο

    noun neuter

    κάτι που δίνεται σε ένα πρόσωπο ή ομάδα ανθρώπων για να αναγνωριστεί η εξαιρετικότητά τους σε ένα τομέα.

    Niri zigor madarikatu bat iruditzen zait, ez sari bat.

    Όμως εμένα μου φαίνεται περισσότερο μια τιμωρία παρά ένα βραβείο!

  • έπαθλο

    noun neuter
  • αμοιβή

    noun feminine

    Leialki beteko duzue zuen egitekoa saririk edo dirudik jaso barik.

    Και με πίστη θα εκτελείτε τα καθήκοντά σας... χωρίς να περιμένετε χρηματική αμοιβή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασφάλιστρο
    • πριμ
    • ανταμοιβή
    • απονεμόμενη διάκριση
    • απονεμόμενο βραβείο
    • πληρωμή
    • σάρι
    • συναγωνισμός
    • τρόπαιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sari " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sari" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sari" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη