Μετάφραση του "sarkasmo" σε Ελληνικά

Οι σαρκασμός, ειρωνεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sarkasmo" σε Ελληνικά.

sarkasmo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρκασμός

    noun masculine

    Bere sarkasmoak babestuko duela uste du Hannahek.

    Νομίζει πως ο σαρκασμός της θα την προστατέψει.

  • ειρωνεία

    noun feminine

    Sarkasmo hori, horrela deitu baldin badaiteke ez zaizue ondo geratzen, anaiok.

    Η ειρωνεία δεν σας ταιριάζει, αδελφάκια μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sarkasmo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sarkasmo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη