Μετάφραση του "ukapen" σε Ελληνικά

Οι άρνηση, ανάκληση, αναίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ukapen" σε Ελληνικά.

ukapen
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρνηση

    noun feminine

    Hori inozokeria hutsa edo ukazioa da.

    Αυτό είναι ή συγκινητική αφέλεια ή άρνηση.

  • ανάκληση

    noun
  • αναίρεση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απάρνηση
    • αποκήρυξη
    • απόρριψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ukapen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ukapen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιστέκομαι · αποκρούω · απορρίπτω · αρνούμαι · διαψεύδω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ukapen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη