Μετάφραση του "upel" σε Ελληνικά
Οι βαρέλι, βυτίο, κάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "upel" σε Ελληνικά.
upel
-
βαρέλι
noun neuterBere gorpua olio upel baten azpian aurkitu genuen.
Βρήκαμε το πτώμα του κάτω από ένα βαρέλι πετρελαίου
-
βυτίο
noun -
κάδος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " upel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "upel"
Φράσεις παρόμοιες με "upel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάβα
-
βαρέλι
-
βαρελοσανίδα · στεφάνι βαρελιού
-
βαρελοποιός
-
βαρέλι μπύρας · βαρελάκι · βαρελιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη