Μετάφραση του "Alaska" σε Ελληνικά

Οι Αλάσκα, αλάσκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alaska" σε Ελληνικά.

Alaska Proper noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλάσκα

    proper feminine

    1|Yhdysvaltain pohjoinen ja suurin osavaltio, jonka Kanada erottaa muusta maasta

    Hän muutti tänne Alaskasta noin vuosi sitten vaimonsa kanssa.

    Ήρθε από την Αλάσκα, πριν ένα χρόνο, μαζί με τη γυναίκα του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alaska " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alaska
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάσκα

    Hän muutti tänne Alaskasta noin vuosi sitten vaimonsa kanssa.

    Ήρθε από την Αλάσκα, πριν ένα χρόνο, μαζί με τη γυναίκα του.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alaska" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη