Μετάφραση του "alasti" σε Ελληνικά

Οι γυμνός, τσιτσίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alasti" σε Ελληνικά.

alasti adverb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυμνός

    adjective masculine

    Luoja, olin varmaan tosi kännissä, kun juoksentelin siellä alasti.

    Θεέ μου, πρέπει να ήμουν λιώμα για να περιφέρομαι γυμνός.

  • τσιτσίδι

    adverb neuter

    Kuten sinä juoksemassa kaupungin läpi kännissä ja alasti?

    Δικά της, όπως τότε που έτρεχες πάνω-κάτω στη γειτονιά στουπί και τσιτσίδι;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alasti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alasti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη