Μετάφραση του "Maa" σε Ελληνικά
Οι Γη, γη, γη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Maa" σε Ελληνικά.
Maa (elokuva)
-
Γη
proper feminine1|maapallo, kolmas Auringosta lukien
Maa on turvassa niin kauan kun goa'uldit uskovat meidän pystyvät puolustautumaan.
Η Γη είναι ασφαλής όσο οι Γκοα'ούλντ νομίζουν ότι μπορούμε να αμυνθούμε.
-
γη
noun feminineο πλανήτης Γη
Maa on turvassa niin kauan kun goa'uldit uskovat meidän pystyvät puolustautumaan.
Η Γη είναι ασφαλής όσο οι Γκοα'ούλντ νομίζουν ότι μπορούμε να αμυνθούμε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Maa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Itsenäinen poliittinen taho, joka toimii laajan maantieteellisen alueen ylimpänä auktoriteettina. [..]
-
γη
noun feminineEdellä mainituissa kohdissa käytetty sana ”maa” täytyy siksi ymmärtää eri merkityksessä.
Συνεπώς, ο όρος «γη» στα εδάφια που αναφέρονται πιο πάνω πρέπει να κατανοηθεί διαφορετικά.
-
χώρα
noun feminineπεριοχή νομικά διακρινόμενη ως ξεχωριστή οντότητα στην πολιτική γεωγραφία [..]
Japani on rikas maa.
Η Ιαπωνία είναι μια πλούσια χώρα.
-
ξηρά
noun adjective feminineEU:n ulkorajat ylitetään vuosittain maa-, meri- ja ilmarajojen kautta noin 700 miljoonaa kertaa.
Κάθε χρόνο, πραγματοποιούνται στα εξωτερικά σύνορα περίπου 700 εκατομμύρια διελεύσεις μέσω ξηράς, θαλάσσης και αέρος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χώμα
- έδαφος
- στεριά
- κράτος
- κόσμος
- Γη
- έθνος
- έκταση
- αγρός
- εξοχή
- κτήμα
- πατρίδα
- πατρίς
- ήπειρος
- γήινος
- γαία
- γαίες
- γείωση
- εκτάσεις
- καθεστώς
- κτήματα
- κυριαρχία
- λαός
- περιοχή
- ύπαιθρος
- οικουμένη
- υδρόγειος
- υφήλιος
- χρώμα
- ύπαιθρο
Φράσεις παρόμοιες με "Maa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μάλλον ευνοούμενο κράτος
-
άγιοι τόποι
-
γήινος · χερσαίος
-
αλκαλική έκταση
-
δημόσιος τομέας
-
άγνωστη γη
-
γη της επαγγελίας · παράδεισος
-
προστασία (της) τοποθεσίας