Μετάφραση του "maa-" σε Ελληνικά
Οι γήινος, χερσαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maa-" σε Ελληνικά.
maa-
-
γήινος
noun masculineVulkan ja Maa ovat olleet liittolaisia sata vuotta.
Οι Γήινοι και οι Βούλκαν είναι Σύμμαχοι εκατοντάδες χρόνια τώρα.
-
χερσαίος
Niihin kuuluu integroitujen merihallintorakenteiden sekä meri- ja maa-alueiden aluesuunnittelun kehittäminen.
Στις ενέργειες αυτές περιλαμβάνεται η ανάπτυξη ολοκληρωμένων δομών διαχείρισης των θαλάσσιων ζητημάτων και ο θαλάσσιος και χερσαίος χωροταξικός σχεδιασμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maa- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "maa-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μάλλον ευνοούμενο κράτος
-
άγιοι τόποι
-
αλκαλική έκταση
-
δημόσιος τομέας
-
Γη · γη
-
άγνωστη γη
-
Γη · έδαφος · έθνος · έκταση · ήπειρος · αγρός · γήινος · γαία · γαίες · γείωση · γη · εκτάσεις · εξοχή · καθεστώς · κράτος · κτήμα · κτήματα · κυριαρχία · κόσμος · λαός · ξηρά · οικουμένη · πατρίδα · πατρίς · περιοχή · στεριά · υδρόγειος · υφήλιος · χρώμα · χώμα · χώρα · ύπαιθρο · ύπαιθρος
-
γη της επαγγελίας · παράδεισος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη