Μετάφραση του "Orgasmi" σε Ελληνικά

Οι Οργασμός, οργασμός, έρχομαι σε οργασμό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Orgasmi" σε Ελληνικά.

Orgasmi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οργασμός

    μια ιδιαίτερη ψυχική και σωματική κατάσταση, το τελικό στάδιο της σεξουαλικής διέγερσης

    Orgasmi sitä ja orgasmi tätä.

    Οργασμός αυτό και οργασμός εκείνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Orgasmi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

orgasmi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οργασμός

    noun masculine

    Jossain täällä kadotettujen unelmien kaupungissa harhaili myös Samanthan orgasmi.

    Κάπου στην πόλη των χαμένων ονείρων και προσώπων τριγυρνούσε κι ο οργασμός της Σαμάνθα.

  • έρχομαι σε οργασμό

    Nainen sai valheellisen orgasmin.

    Η γυναίκα έκανε ψέματα πως ήρθε σε οργασμό.

Φράσεις παρόμοιες με "Orgasmi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Orgasmi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη