Μετάφραση του "Puu" σε Ελληνικά

Οι Δέντρο, δέντρο, δένδρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Puu" σε Ελληνικά.

Puu
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δέντρο

    Puu kaatui talon päälle ja rikkoi talon.

    Ένα δέντρο έπεσε στην οροφή τους και τους διέλυσε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Puu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

puu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέντρο

    noun neuter

    Lähellä oleva puu varjostaa kuumina päivinä, ja siinä asuu hauska orava.

    Το κοντινό δέντρο παρέχει σκιά κατά τις ζεστές μέρες, που είναι επίσης το σπίτι ενός ευχάριστου σκίουρου.

  • δένδρο

    noun neuter

    1|suuri puuvartinen kasvi

    Ehkäpä he alkoivat epäillä sitä, ettei puu oikeastaan ollutkaan niin kaunis kuin he olivat kerran ajatelleet.

    Ίσως άρχισαν να αμφισβητούν ότι το δένδρο ήταν πράγματι τόσο όμορφο όσο νόμιζαν κάποτε.

  • ξυλεία

    noun feminine

    Valmistajan on varmistettava, että puu on peräisin laillisista lähteistä.

    Ο παραγωγός οφείλει να εξασφαλίζει ότι όλη η ξυλεία προέρχεται από νόμιμες πηγές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξύλο
    • άλσος
    • δάσος
    • δρυμός
    • ξύλα
    • Δέντρο
    • δέντρο Bursera microphylla
    • δέντρο myroxylon balsamum
    • δέντρο physocalymna scabberimum
    • δέντρο γένους cochlospermum
    • δενδράκι
    • κληματαριά
    • ξύλινος
    • πορτοκάλι poncirus trifoliata
    • σίκαλη fagopyrum esculentum

Εικόνες με "Puu"

Φράσεις παρόμοιες με "Puu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Puu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη