Μετάφραση του "Ruokasuola" σε Ελληνικά

Οι Αλάτι, αλάτι, επιτραπέζιο αλάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ruokasuola" σε Ελληνικά.

Ruokasuola
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλάτι

    Ruokasuola: enintään 4,5 painoprosenttia savustamattoman tuotteen osalta ja enintään 5,5 painoprosenttia savustetun tuotteen osalta.

    Αλάτι: μέγιστο 4,5 % κατά βάρος για το μη καπνιστό και μέγιστο 5,5 % κατά βάρος για το καπνιστό τυρί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ruokasuola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ruokasuola noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάτι

    noun neuter

    Jauhetun lihan joukkoon lisätään sekoittimessa tai myllyssä ruokasuola ja nitraattisuola, sokeri, mausteet ja lisäaineet.

    Το ψιλοκομμένο κρέας ζυμώνεται σε αναδευτήρα με μαγειρικό αλάτι και νιτρώδες νάτριο, ζάχαρη, καρυκεύματα και άλλα πρόσθετα.

  • επιτραπέζιο αλάτι

    noun

    Tärkein suola on natriumkloridi eli ruokasuola.

    Το σημαντικότερο συστατικό του άλατος, όμως, είναι το χλωριούχο νάτριο—το κοινό επιτραπέζιο αλάτι.

  • ἅλς

Εικόνες με "Ruokasuola"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ruokasuola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη