Μετάφραση του "ruokavalio" σε Ελληνικά
Οι δίαιτα, διαιτολόγιο, διατροφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruokavalio" σε Ελληνικά.
-
δίαιτα
noun feminineProjektin puheenjohtajana on Kreetan yliopisto, ja siinä tutkitaan rasvojen osuutta terveellisessä ruokavaliossa.
Το σχέδιο κατευθύνεται από το πανεπιστήμιο της Κρήτης και θα αφορά το ρόλο των λιπών στην υγιεινή δίαιτα.
-
διαιτολόγιο
noun neuterSydämen suojelemiseksi on siksi välttämätöntä pitää huolta hengellisestä ruokavaliostaan.
Επομένως, για να προστατέψει κάποιος την καρδιά του είναι απαραίτητο να προσέχει το πνευματικό του διαιτολόγιο.
-
διατροφή
noun feminineTavanomainen monipuolinen ruokavalio sisältää useita ainesosia, jotka puolestaan sisältävät monia aineita.
Μια κανονική και ποικίλη διατροφή περιέχει πολλά συστατικά τα οποία, με τη σειρά τους, περιέχουν πολλές ουσίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruokavalio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ruokavalio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαιτητικός
-
Υγιεινή διατροφή
-
διαιτολογία
-
diaita diaviti