Μετάφραση του "Tulva" σε Ελληνικά

Οι Πλημμύρα, πλημμύρα, κατακλυσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tulva" σε Ελληνικά.

Tulva
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλημμύρα

    υπερχείλιση επιπλέον νερού, που καλύπτει την ξηρά

    Tulvien syyt ja seuraukset vaihtelevat yhteisön eri maissa ja alueilla.

    Τα αίτια και οι συνέπειες σε περίπτωση πλημμύρας ποικίλλουν ανάλογα με τις χώρες και τις περιφέρειες της Κοινότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tulva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

tulva noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλημμύρα

    noun feminine

    Erityisen tekijän muodostaa tulvien pitkä kesto. Joillakin alueilla tulvat jatkuivat useita kuukausia.

    Ιδιαίτερο παράγοντα αποτέλεσε η μακρά διάρκεια της πλημμύρας, η οποία σε ορισμένες περιοχές διήρκεσε για μερικούς μήνες.

  • κατακλυσμός

    noun masculine

    Hän rakentaa jättimäisen arkin. Se pitää meidät eläimet turvassa tulvan ajan.

    Έφτιαξε μια τεράστια κιβωτό, ένα πλοίο, για να κρατήσει όλα τα ζώα ασφαλή μέχρι να περάσει ο κατακλυσμός.

  • χείμαρρος

    noun masculine

    Mielisairauksista, itsemurhien tulvasta ja masennuksesta on tullut uhka nyky-yhteiskunnalle.

    Οι ψυχικές ασθένειες, ένας χείμαρρος αυτοκτονιών και κατάθλιψης, έχουν γίνει η απειλή της σύγχρονης κοινωνίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλημυρίδα
    • πλημύρα
    • έκρηξη
    • αναρρόφηση
    • εισροή
    • ξέσπασμα
    • ξεχείλισμα
    • παροχή
    • πλημμυρίδα
    • ρεύμα
    • υπερχείλιση

Εικόνες με "Tulva"

Φράσεις παρόμοιες με "Tulva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έλεγχος πλημυρών
  • κατακλύζω · ξεχειλίζω · ξεχύνομαι · πλημμυρίζω · προστρέχω · συναθροίζομαι · συρρέω · υπερχειλίζω
  • αφθονώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tulva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη