Μετάφραση του "addikti" σε Ελληνικά

Το εθισμένος είναι η μετάφραση του "addikti" σε Ελληνικά.

addikti noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθισμένος

    noun masculine

    Sinä olit säälittävä addikti, joka oli kuolemassa likaisella lattialla.

    Κι εσύ ήσουν ένας αξιολύπητος εθισμένος που πέθαινε πάνω σε ένα βρώμικο πάτωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " addikti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "addikti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη