Μετάφραση του "addiktio" σε Ελληνικά

Το εξάρτηση είναι η μετάφραση του "addiktio" σε Ελληνικά.

addiktio noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάρτηση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " addiktio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "addiktio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη