Μετάφραση του "arvelu" σε Ελληνικά

Οι υπόθεση, εικασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arvelu" σε Ελληνικά.

arvelu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόθεση

    noun feminine
  • εικασία

    noun feminine

    BP:n tästä aiheesta antama lausunto oli kantajien mukaan pelkkä arvelu, jota ei tue mikään muu seikka.

    Η σχετική δήλωση της BP αποτελεί απλή εικασία και δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο στοιχείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arvelu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arvelu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη