Μετάφραση του "arveluttava" σε Ελληνικά
Οι αμφίβολος, αμφιλεγόμενος, ύποπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arveluttava" σε Ελληνικά.
arveluttava
adjective
verb
γραμματική
-
αμφίβολος
adjective masculine -
αμφιλεγόμενος
adjective masculineFallometria on erityisen arveluttava tapa tarkastaa homoseksuaalinen suuntautuminen.
Η φαλλομετρία είναι ένας ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενος τρόπος εξακρίβωσης του ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού.
-
ύποπτος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arveluttava " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη