Μετάφραση του "aseistamaton" σε Ελληνικά

Το άοπλος είναι η μετάφραση του "aseistamaton" σε Ελληνικά.

aseistamaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άοπλος

    Adjective

    Koneenne on varmasti jo havainnut minun olevan aseistamaton ja yksin.

    Όπως σίγουρα θα καταλάβατε είμαι μόνος και άοπλος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aseistamaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aseistamaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη