Μετάφραση του "atrofia" σε Ελληνικά

Το ατροφία είναι η μετάφραση του "atrofia" σε Ελληνικά.

atrofia Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατροφία

    noun feminine

    että Volibriksen pitkäaikaiseen antoon eläimille on liitetty kivesten tubulaarinen atrofia ja heikentynyt hedelmällisyys

    Ότι η χρόνια χορήγηση του Volibris σε ζώα έχει συνδεθεί με ατροφία των ορχικών σωληναρίων κα εξασθενημένη γονιμότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atrofia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atrofia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη