Μετάφραση του "atsalea" σε Ελληνικά
Το αζαλέα είναι η μετάφραση του "atsalea" σε Ελληνικά.
atsalea
noun
γραμματική
-
αζαλέα
noun feminineVihreä atsalea, joka on saavuttanut toivotun loppuhalkaisijan, alkaa lopulta muodostaa nuppuja.
Η πράσινη αζαλέα που έχει φτάσει στην τελική επιθυμητή διάμετρο περνάει στο στάδιο του σχηματισμού των ανθοφόρων οφθαλμών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " atsalea " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη