Μετάφραση του "auki" σε Ελληνικά
Οι ανοιχτός, ελεύθερος, ανεμπόδιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auki" σε Ελληνικά.
auki
adverb
-
ανοιχτός
adjective masculineNyt en saa pidettyä puotia auki, kun kaikki puhuvat sodasta.
Τώρα με την κουβέντα για τον πόλεμο δε μπορώ να'μαι ανοιχτός.
-
ελεύθερος
adjective masculineetäisyys ajoneuvon osiin nähden (L): vähintään 40 mm oven ollessa auki.
ελεύθερος χώρος ως προς τα συστατικά μέρη του οχήματος (L): 40 χλστ κατ' ελάχιστον με ανοικτή θύρα.
-
ανεμπόδιστος
adjective masculine -
ανοιχτά
adjectiveEräs luotettava ystäväni piti silmänsä auki eilen illalla.
Ένας πιστός φίλος είχε τα μάτια του ανοιχτά χτες βράδυ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auki " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "auki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεδιπλώνω · ξετυλίγω
-
ξετυλίγω
-
ανοίγω
-
ορθάνοιχτος
-
ανοίγω
-
κόβω
-
απλώνω · ξεδιπλώνω · τεντώνω
-
απλώνω · ξεδιπλώνω · τεντώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη