Μετάφραση του "aukko" σε Ελληνικά

Οι κενό, άνοιγμα, στόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aukko" σε Ελληνικά.

aukko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κενό

    noun neuter

    Olen kuitenkin tehnyt sen johtopäätöksen, että noudatetuissa menettelytavoissa oli joitakin aukkoja.

    «Αρα το συμπέρασμα το οποίο βγάζω εγώ είναι ότι οι διαδικασίες οι οποίες ακολουθήθηκαν είχαν κάποια κενά.

  • άνοιγμα

    noun neuter

    On vain yksi iso aukko, jonne otus voi olla menossa.

    Υπάρχει μόνο ένα μεγάλο άνοιγμα που μπορεί να κατευθύνεται το πλάσμα.

  • στόμιο

    noun neuter

    M'kay, tämä kohta tässä on naisen vaginan aukko.

    'Ντάξει, αυτό το μέρος εδώ είναι το στόμιο του κόλπου!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρύπα
    • οπή
    • παράθυρο
    • σχισμή
    • χάσμα
    • διάφραγμα
    • μάτι
    • έξοδος
    • διακοπή
    • θυρίδα
    • μπούκα
    • στόμα
    • χασμωδία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aukko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aukko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aukko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη