Μετάφραση του "dokumentti" σε Ελληνικά

Οι έγγραφο, τεκμήριο, ντοκουμέντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dokumentti" σε Ελληνικά.

dokumentti noun γραμματική

Elokuva, tv-ohjelma, kirja tms, joka kertoo todenmukaisesti ja tiedottavasti. [..]

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγγραφο

    noun neuter

    Tom käänsi dokumentin ranskaksi.

    Ο Τομ μετέφρασε το έγγραφο στα Γαλλικά.

  • τεκμήριο

    noun neuter
  • ντοκουμέντο

    noun

    Siitä on tehty dokumentti...

    Υπάρχει ντοκουμέντο αν θες.

  • τεκμηρίωση

    noun

    Neljä jäsenvaltiota raportoi, että laatujärjestelmiä koskevia dokumentteja ei kaikissa tapauksissa ole toimitettu täydellisinä.

    Τέσσερα κράτη μέλη ανέφεραν ότι η τεκμηρίωση σχετικά με το σύστημα ποιότητας δεν υποβάλλεται πάντα πλήρως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dokumentti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dokumentti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη