Μετάφραση του "dollari" σε Ελληνικά

Οι δολάριο, δολλάριο, δολλάριο ðo̞ˈlariˌo̞ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dollari" σε Ελληνικά.

dollari noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δολάριο

    noun neuter masculine

    En halua käyttää enempää kuin kymmenen dollaria.

    Δε θέλω να ξοδέψω πάνω από 10 δολάρια.

  • δολλάριο

    noun neuter

    Amerikan dollarit on paljon enemmän arvoisia kuin maanmiehet.

    Το αμερικάνικο δολλάριο αξίζει πολύ περισσότερο από τους αγρότες.

  • δολλάριο ðo̞ˈlariˌo̞

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dollari " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dollari
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δολάριο

    noun

    En halua käyttää enempää kuin kymmenen dollaria.

    Δε θέλω να ξοδέψω πάνω από 10 δολάρια.

Εικόνες με "dollari"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dollari" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη