Μετάφραση του "inho" σε Ελληνικά

Οι αποστροφή, αηδία, απέχθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inho" σε Ελληνικά.

inho noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστροφή

    noun feminine

    Toisaalta häntä inhotaan niiden keskuudessa, jotka eivät kannata hänen pyrkimyksiään yhdentyä Venäjän kanssa.

    Από την άλλη πλευρά, εμπνέει αποστροφή σε όσους απορρίπτουν την επιδίωξή του για ενοποίηση με τη Ρωσία.

  • αηδία

    noun feminine

    Medusa rukoili lohtua Athenelta, mutta jumalatar tunsi vain inhoa.

    Προσευχήθηκε στηv Aθηvά για παρηγοριά... αλλά η θεά έvιωσε μόvο αηδία.

  • απέχθεια

    noun feminine

    Kuunnellessani hänen karmeaa kertomustaan inhooni sekoittui sääliä, sillä hän näytti hermostuneelta, kuin takaa-ajetulta eläimeltä.

    Καθώς άκουγα τη φρικιαστική ιστορία του, ένιωσα απέχθεια και συγχρόνως οίκτο, επειδή φαινόταν ανήσυχος, σαν κυνηγημένο ζώο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άπωση
    • αντιπάθεια
    • σιχαμάρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inho " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inho" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αηδιάζω · απεχθάνομαι · αποστρέφομαι · βδελύσσομαι · μισώ · σιχαίνομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inho" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη