Μετάφραση του "inhottava" σε Ελληνικά

Οι αηδιαστικός, απαίσιος, αποκρουστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inhottava" σε Ελληνικά.

inhottava adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αηδιαστικός

    adjective

    Olet maailman inhottavin mies ja minä nain sinut.

    Είσαι ο πιο αηδιαστικός άνθρωπος στον κόσμο και είμαι παντρεμένη μαζί σου.

  • απαίσιος

    adjective masculine

    Sen inhottavan pienen ferengin loukkauksien jälkeen minun täytyi keskittää itseni.

    Αφού με πρόσβαλε αυτός ο απαίσιος Φερένγκι έπρεπε να βρω το κέντρο μου.

  • αποκρουστικός

    adjective masculine

    Tällainen sekauskonto oli Jehovasta hyvin inhottavaa.

    Αυτός ο συγκρητισμός ήταν αποκρουστικός στον Ιεχωβά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποτρόπαιος
    • βδελυρός
    • αηδής
    • βρόμικος
    • ειδεχθής
    • επάρατος
    • επικατάρατος
    • μοχθηρός
    • πρόστυχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inhottava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inhottava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη