Μετάφραση του "intiimi" σε Ελληνικά
Οι ενδόμυχος, οικείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intiimi" σε Ελληνικά.
intiimi
adjective
γραμματική
-
ενδόμυχος
-
οικείος
adjective masculineEn tiedä, koska et ole ollut kanssani intiimisti.
Λοιπόν δεν ξέρω, ήσουν οικείος μαζί μου από την Λαίδη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intiimi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intiimi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
-
δεσμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη