Μετάφραση του "invalidi" σε Ελληνικά
Το ανάπηρος είναι η μετάφραση του "invalidi" σε Ελληνικά.
invalidi
noun
adjective
γραμματική
-
ανάπηρος
nounKoska en ole invalidi, enkä nainen joka juhlii äitienpäivää.
Γιατί δεν είμαι ούτε ανάπηρος, ούτε γυναίκα που γιορτάζει την ημέρα της μητέρας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invalidi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη