Μετάφραση του "invaliditeetti" σε Ελληνικά
Το αναπηρία είναι η μετάφραση του "invaliditeetti" σε Ελληνικά.
invaliditeetti
noun
γραμματική
-
αναπηρία
nounHoidon tarve johtuu yleensä iästä, mutta se voi olla myös seurauksena sairaudesta, invaliditeetista, onnettomuudesta tai muusta sellaisesta.
H κατάσταση εξαρτήσεως είναι συνήθως απότοκος της ηλικίας, δυνατόν όμως να οφείλεται και σε ασθένεια, αναπηρία, ατύχημα κ.λπ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invaliditeetti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη