Μετάφραση του "invaliditeetti" σε Ελληνικά

Το αναπηρία είναι η μετάφραση του "invaliditeetti" σε Ελληνικά.

invaliditeetti noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπηρία

    noun

    Hoidon tarve johtuu yleensä iästä, mutta se voi olla myös seurauksena sairaudesta, invaliditeetista, onnettomuudesta tai muusta sellaisesta.

    H κατάσταση εξαρτήσεως είναι συνήθως απότοκος της ηλικίας, δυνατόν όμως να οφείλεται και σε ασθένεια, αναπηρία, ατύχημα κ.λπ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invaliditeetti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invaliditeetti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη