Μετάφραση του "kiinnike" σε Ελληνικά

Οι προσάρτηση, συνδετήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kiinnike" σε Ελληνικά.

kiinnike noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσάρτηση

    feminine
  • συνδετήρας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kiinnike " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kiinnike" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη