Μετάφραση του "kokeilu" σε Ελληνικά
Οι πείραμα, απόπειρα, δοκιμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kokeilu" σε Ελληνικά.
-
πείραμα
noun neuterYksinkertaisista kokeiluista on tullut taidonnäytteitä, joita tehdään voitontavoittelumielessä tai poliittisista syistä.
Απλά πειράματα έχουν πλέον μετατραπεί σε πολύπλοκες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται με σκοπό το κέρδος ή πολιτικούς λόγους.
-
απόπειρα
noun feminineKoska kokeilusta ei saatu ratkaisevia tuloksia, tästä kaksinkertaisesta numeroinnista luovuttiin lokakuun lopussa 1997.
Η απόπειρα αυτή αποδείχθηκε ελάχιστα επιτυχής και, ως εκ τούτου, το εν λόγω σύστημα διπλής αρίθμησης εγκαταλείφθηκε στα τέλη του Οκτωβρίου του 1997.
-
δοκιμή
noun feminineSosiaalipoliittisilla kokeiluilla tarkoitetaan sosiaalisten innovaatioiden hankeperusteista testausta käytännössä.
Η πειραματική κοινωνική πολιτική αφορά τη δοκιμή στην πράξη κοινωνικών καινοτομιών που βασίζονται σε σχέδια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πειραματισμός
- πρόβα
- διεξαγωγή πειράματος
- σύντομη προσπάθεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kokeilu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kokeilu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δοκιμαστικός
-
μακροχρόνιο πείραμα