Μετάφραση του "kokematon" σε Ελληνικά

Οι άπειρος, πρωτόπειρος, άμαθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kokematon" σε Ελληνικά.

kokematon adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπειρος

    noun masculine

    Tässä kävi niin, että tuo typerä Lula, nuori ja kokematon varas käyttäytyi huonosti pyytämättä lupaa meiltä.

    Αυτός ο ανόητος ο Λούλα, ένας νέος, άπειρος κατάδικος ξαφνικά αποθρασύνθηκε, χωρίς καν να ζητήσει την άδειά μου!

  • πρωτόπειρος

    adjective masculine
  • άμαθος

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδαής
    • ανεκπαίδευτος
    • αρχάριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kokematon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kokematon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη