Μετάφραση του "kokenut" σε Ελληνικά
Οι έμπειρος, πεπειραμένος, παλιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kokenut" σε Ελληνικά.
kokenut
adjective
verb
γραμματική
-
έμπειρος
adjective masculineKaksi päivää sitten hän oli kokenut lentäjä, jolla oli ilmailutekniikantutkinto.
Πριν δύο μέρες, αυτός ο άνδρας ήταν ένας έμπειρος πιλότος, με πτυχίο στην Αεροναυπηγική.
-
πεπειραμένος
Näiden tehtävien hoitamiseen on otettava palvelukseen kokenut ydinhenkilöstö.
Προκειμένου δε να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα αυτά πρέπει να γίνουν προσλήψεις πεπειραμένου προσωπικού.
-
παλιός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kokenut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη