Μετάφραση του "korvaamaton" σε Ελληνικά
Οι αναντικατάστατος, ανεκτίμητος, αναγκαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korvaamaton" σε Ελληνικά.
korvaamaton
adjective
verb
γραμματική
-
αναντικατάστατος
AdjectiveAloitteenteko kuuluu nyt siis jäsenvaltioille, joiden rooli on todella korvaamaton.
Τα κράτη μέλη, των οποίων ο ρόλος φαίνεται τελικά αναντικατάστατος, πρέπει συνεπώς να ξαναπάρουν την πρωτοβουλία.
-
ανεκτίμητος
AdjectiveJos olisit korvaamaton Nyazian-käärö, missä olisit?
Αν ήσουν ένας ανεκτίμητος Νιάζιος πάπυρος, που θα ήσουν;
-
αναγκαίος
adjectiveHe sanoivat minun olevan korvaamaton. Pälä pälä.
Και ο τρόπος που έλεγαν συνέχεια το πόσο αναγκαίος θα είμαι...
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απαραίτητος
- επείγων
- πρώτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " korvaamaton " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη