Μετάφραση του "korvaamaton" σε Ελληνικά

Οι αναντικατάστατος, ανεκτίμητος, αναγκαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korvaamaton" σε Ελληνικά.

korvaamaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναντικατάστατος

    Adjective

    Aloitteenteko kuuluu nyt siis jäsenvaltioille, joiden rooli on todella korvaamaton.

    Τα κράτη μέλη, των οποίων ο ρόλος φαίνεται τελικά αναντικατάστατος, πρέπει συνεπώς να ξαναπάρουν την πρωτοβουλία.

  • ανεκτίμητος

    Adjective

    Jos olisit korvaamaton Nyazian-käärö, missä olisit?

    Αν ήσουν ένας ανεκτίμητος Νιάζιος πάπυρος, που θα ήσουν;

  • αναγκαίος

    adjective

    He sanoivat minun olevan korvaamaton. Pälä pälä.

    Και ο τρόπος που έλεγαν συνέχεια το πόσο αναγκαίος θα είμαι...

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαραίτητος
    • επείγων
    • πρώτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korvaamaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korvaamaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη